ἐτνίτης

ἐτν-ίτης, [dialect] Dor. [suff] ἐτν-ίτας [ῑ], ἄρτος, ,
A = λεκιθίτης, Eucrat. ap. Ath.3.111b, Seleuc. ib.114b.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετνίτης — ἐτνίτης και δωρ. τ. ἐτνίτας, ὁ (Α) [έτνος] άρτος παρασκευασμένος από όσπρια, ο λεκιθίτης («ἐτνίτας ἄρτος ὁ προσαγορευόμενος λεκιθίτας», Αθήν.) …   Dictionary of Greek

  • ἐτνίτας — ἐτνίτᾱς , ἐτνίτης masc acc pl ἐτνίτᾱς , ἐτνίτης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.